Συνήθως /siˈniθos/ Adverb

English
commonly
Français
couramment

Example

  • Ο Κρίστοφερ είναι **συνήθως** γνωστός ως Κιτ.
  • Christopher is commonly known as Kit.
  • Εδώ το 'συνήθως' καλύπτει την έννοια της ευρείας αναγνώρισης.