συνοδεύω /sinoˈðevo/ Ρήμα

English
accompany
Français
accompagner

Example

  • Η σύζυγός του τον [παραστέκομαι/συνοδεύω/εξυπηρετώ] στο επαγγελματικό ταξίδι.
  • His wife accompanied him on the business trip.
  • Εδώ τονίζεται η παρουσία και η υποστήριξη.