συνταγή /sɪn.taˈʝi/ NounEnglishrecipeFrançaisrecetteExampleΑκολούθησα τη [συνταγή] (εκτέλεση / τρόπος παρασκευής) για το κοτόπουλο στιφάδο πιστά.I followed the recipe for chicken soup exactly.Η 'πιστή' ακολούθηση είναι κλειδί στη μαγειρική.