Συντρίμμια /sindríˈmʲa/ Ουσιαστικό

English
debris
Français
débris

Example

  • Η έκρηξη άφησε την περιοχή καλυμμένη με [συντρίμμια].
  • The explosion left the area covered in debris.
  • Εδώ το 'συντρίμμια' είναι η πιο φυσική επιλογή για καταστροφή.