Ταίριασμα /teˈriazmo/ Adjective
- English
- matching
- Français
- assorti / qui s'accorde
Example
- Οι δύο αδελφές φορούσαν ρούχα που **ταίριαζαν** (ταιριαστά) μεταξύ τους.
- The two sisters wore matching outfits.
- Εδώ χρησιμοποιείται το ρήμα «ταίριαζαν» (imperfective) για περιγραφή.