αναστατωμένος /anastatomenos/ Adjective
- English
- upset
- Français
- contrarié(e) / bouleversé(e)
Example
- Καταλαβαίνω πόσο **ταραγμένος** πρέπει να νιώθεις.
- I understand how upset you must be feeling.
- Εδώ το «ταραγμένος» (από το ρήμα ταράσσω) είναι η πιο ζεστή και κομψή επιλογή.