Κλάση / Τάξη /ˈklasi/ NounEnglishclassFrançaisclasseExampleΉμασταν στην ίδια τάξη (ομάδα / σύνολο) στο σχολείο.We were in the same class at school.Η 'τάξη' είναι η πιο φυσική επιλογή για σχολική ομάδα.