Τεντώνω / Τεντώσω /tenˈdo/ Ουσιαστικό
- English
- stretch
- Français
- étirement / allongement
Example
- Αυτό το επικίνδυνο τέντωμα (διάστημα / οδικό μήκος) του δρόμου μας κράτησε σε αγωνία.
- A dangerous stretch of road.
- Εδώ το 'τέντωμα' λειτουργεί ως 'μήκος' ή 'τμήμα'.