Θεμελιώδες /θɛmɛliˈoðis/ Εθεμελιώδης
- English
- fundamental
- Français
- fondamental
Example
- Οι θεμελιώδεις αρχές της επιστημονικής μεθόδου (βασικές / ουσιαστικές / αρχικές) είναι το Α και το Ω.
- The fundamental principles of the scientific method.
- Εδώ το 'θεμελιώδης' δίνει βαρύτητα στην αναλλοίωτη βάση.