Θεσπίζω / Εφαρμόζω /θesˈpiːzo/ (για το θεσπίζω) Verb

English
enact
Français
promulguer / mettre en œuvre

Example

  • Η Βουλή ψήφισε να **θεσπίσει** (θέσπιση / εφαρμογή / ισχύς) τον νέο νόμο για την περιβαλλοντική προστασία.
  • The parliament voted to enact the new environmental protection bill.
  • Το 'θεσπίζω' είναι ο επίσημος όρος για την ψήφιση νόμου.