θύμα /ˈθima/ Noun
- English
- victim
- Français
- victime
Example
- Τα θύματα του σεισμού έλαβαν επείγουσα στέγαση. (Τα θύματα / Πάσχοντες / Αδικηθέντες — του σεισμού)
- The victims of the earthquake were given emergency shelter.
- Η λέξη «θύμα» είναι η πιο άμεση και ουδέτερη επιλογή.