τιμωρώ /ti.moˈro/ Verb
- English
- punish
- Français
- punir
Example
- Οι υπεύθυνοι για αυτό το έγκλημα θα **τιμωρηθούν** αυστηρά. [Κολάζω / Δικαιώνω / Συγχωρώ] — Οι υπεύθυνοι για αυτό το έγκλημα θα **τιμωρηθούν** αυστηρά.
- Those responsible for this crime will be severely punished.
- Το «τιμωρώ» είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.