τμήμα /tmiːˈma/ Noun
- English
- segment
- Français
- le segment / la tranche
Example
- Καθάρισε ένα μικρό τμήμα του πίνακα. (Τομέας / Μερίδα / Κομμάτι)
- She cleaned a small segment of the painting.
- Εδώ το 'τμήμα' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή για οπτική περιοχή.