Το κλείσιμο (ως δάνειο) / Να το κλείσω (ως ρήμα) /ˈkloʊʒər/ Noun
- English
- closure
- Français
- dénouement
Example
- Το κλείσιμο (ο τερματισμός / η παύση) του εργοστασίου οδήγησε σε εκατοντάδες απώλειες θέσεων εργασίας.
- The factory closure resulted in hundreds of job losses.
- Εδώ το 'κλείσιμο' είναι η πιο φυσική επιλογή για φυσική παύση.