τοποθετημένος /ˈsɪtʃuːeɪtɪd/ Επίθετο
- English
- situated
- Français
- être situé(e)
Example
- Το χωριό **βρίσκεται** (τοποθετημένος/εδρεύων/κείμενος) σε μια βαθιά κοιλάδα.
- The village is situated in a deep valley.
- Το «βρίσκεται» είναι το πιο ζωντανό και καθημερινό.