Τρέχω / Κάνω τρέξιμο /ˈtrɛxo/ Noun
- English
- running
- Français
- la course à pied
Example
- Το τρέξιμο (το τρέξιμο / η δρόμηση / η αγωνιστική κίνηση) είναι ένας καλός τρόπος να μείνεις σε φόρμα.
- Running is a great way to stay fit.
- Η πιο κοινή και ουδέτερη επιλογή.