τρομακτικός /tɾo.ma.ktiˈkos/ Adjective
- English
- scary
- Français
- effrayant
Example
- Ήταν μια πραγματικά τρομακτική στιγμή (αγωνιώδης / φοβερή / ανατριχιαστική) — η ατμόσφαιρα ήταν βαριά.
- It was a really scary moment.
- Το 'τρομακτικός' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.