Βαγόνι / Άμαξα /vaˈɣoni/ Noun
- English
- carriage
- Français
- voiture (de train) / calèche
Example
- Το τρένο έχει οκτώ [βαγόνια] — η [αμαξοστοιχία] είναι μεγάλη.
- The train has eight carriages.
- Το 'βαγόνι' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για τα σύγχρονα τρένα.