Βουνό /voˈno/ Noun

English
mountain
Français
montagne

Example

  • Τα βουνά της Πίνδου είναι μαγευτικά την άνοιξη. [Ορεινός όγκος / Τεράστιος όγκος / Απέραντο τοπίο]
  • The mountains of Andalusia are stunning in spring.
  • Η Πίνδος είναι ιστορική οροσειρά.