υπερασπιστής /dɪˈfɛndər/ Noun

English
defender
Français
le défenseur

Example

  • Ο [υπερασπιστής] έκανε μια κρίσιμη τάπα στο τελευταίο λεπτό.
  • The defender made a crucial tackle in the final minute.
  • Στον αθλητισμό, το «αμυντικός» είναι η μαγνητική επιλογή.