υπολογίζω /ˈrɛkən/ Verb
- English
- reckon
- Français
- estimer
Example
- Υπολογίζω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε τη σύσκεψη χωρίς αυτόν. (Συλλογίζομαι / Εκτιμώ)
- I reckon we should start the meeting without him.
- Εδώ το 'υπολογίζω' είναι πιο επίσημο από το 'νομίζω'.