άδειο /ˈaðio/ Adjective

English
empty
हिन्दी
ख़ाली

Example

  • Το κουτί ήταν [άδειο] (κενό / φτωχό) — η συσκευασία ήταν άδεια.
  • The box was empty.
  • Η πιο βασική χρήση, δηλώνει την απουσία αντικειμένων.