Αγωγός /aˈɣo̞s/ Noun
- English
- pipeline
- हिन्दी
- प्रवाह-मार्ग
Example
- Η κυβέρνηση ενέκρινε την κατασκευή του διηπειρωτικού [αγωγού] (σωλήνας / δίκτυο / οδός) πετρελαίου.
- The government approved the construction of the trans-continental pipeline.
- Εδώ το 'αγωγός' είναι το πιο επίσημο και ακριβές.