αιχμηρός /aichmiˈros/ Επίθετο

English
pointed
हिन्दी
तीखा

Example

  • Η αλεπού έχει μακρύ, αιχμηρό ρύγχος. [αιχμηρός / μυτερό / οξύ] — της: Η αλεπού έχει μακρύ, αιχμηρό ρύγχος.
  • The fox has a long, pointed nose.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η κυριολεκτική έννοια για το σχήμα.