Άγνοια /aˈɲoia/ Noun
- English
- ignorance
- हिन्दी
- अज्ञानता
Example
- Πολέμησαν έναν μακρύ αγώνα ενάντια στην προκατάληψη και την αμάθεια. (ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ / ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΑ)
- They fought a long battle against prejudice and ignorance.
- Εδώ η αμάθεια είναι η ρίζα του προβλήματος, όχι απλώς η έλλειψη πληροφορίας.