ανταμοιβή /anta.mo.iˈvi/ Noun

English
reward
हिन्दी
प्रतिफल

Example

  • Η εταιρεία προσέφερε μια χρηματική [ανταμοιβή] για το χαμένο λάπτοπ.
  • The company offered a financial reward for the lost laptop.
  • Εδώ η 'ανταμοιβή' είναι άμεσα συνδεδεμένη με χρήματα.