αντιπροσωπευτικός /antiprosopeftikós/ Adjective
- English
- representative
- हिन्दी
- प्रतिनिधि
Example
- Το μέγεθος του δείγματος είναι **αντιπροσωπευτικό** του συνόλου.
- The sample size is representative of the population.
- Εδώ τονίζουμε την ακρίβεια της αντιστοίχισης.