η αντίληψη /ɡrɑːsp/ Ουσιαστικό
- English
- grasp
- हिन्दी
- समझना
Example
- Κράτησε σφιχτά [το πιάσιμο] (lit1: κράτημα / lit2: σφίξιμο / lit3: λαβή) στο τιμόνι.
- He kept a tight grasp on the steering wheel.
- Εδώ το 'πιάσιμο' είναι πιο φυσικό από το 'λαβή' για την πράξη.