αποκλείω /apokˈli.o/ Verb

English
exclude
हिन्दी
बहिष्कृत करना

Example

  • Η τιμή [αποκλείει] (αποκλείει / εξαιρεί / απορρίπτει) τον ΦΠΑ.
  • The price excludes tax.
  • Εδώ το 'αποκλείω' είναι η πιο φυσική επιλογή για οικονομικά πλαίσια.