χαμένος /xaˈmenos/ Adjective

English
lost
हिन्दी
खोया हुआ

Example

  • Χαθήκαμε μέσα στο λαβύρινθο των δρόμων.
  • We got lost in the maze of streets.
  • Χρησιμοποιείται το ρήμα 'χάνομαι' (αόριστος) για την πράξη.