δώρο /ˈðo.ro/ NounEnglishgiftहिन्दीउपहारExampleΤύλιξε το δώρο με πολύχρωμο χαρτί.She wrapped the gift in colorful paper.Η πράξη του τυλίγματος είναι βασική στην ελληνική παράδοση.