Ευχαριστημένος /ev.xaristiˈmenos/ Ευχαριστημένος
- English
- pleased
- हिन्दी
- प्रसन्न
Example
- Είμαι τόσο ευγνώμων (χαρούμενος/ικανοποιημένος/ευχαριστημένος) που μπόρεσες να έρθεις στο πάρτι.
- I'm so pleased you could make it to the party.
- Η χρήση του 'ευγνώμων' (grateful) δίνει βάθος στη χαρά.