εφιάλτης /efˈjaltis/ NounEnglishnightmareहिन्दीदुःस्वप्नExampleΞύπνησε ουρλιάζοντας από έναν [εφιάλτη] — [Τρόμος] / [Βραχνάς] / [Κόλαση].She woke up screaming from a nightmare.Το 'εφιάλτης' είναι η πιο άμεση μετάφραση για το όνειρο.