έφηβος/η (ή δάνειο: teenage) έφηβος/η Adjective
- English
- teenage
- हिन्दी
- किशोरावस्था
Example
- Είναι μια [νεανικός / εφηβικός / της εφηβείας] κοπέλα με μεγάλα όνειρα.
- She is a teenage girl with big dreams.
- Το 'νεανικός' είναι πιο ζεστό από το 'εφηβικός'.