εκκλησία /ekliˈsi.a/ Noun

English
church
हिन्दी
गिरजाघर

Example

  • Ο γάμος έγινε σε μια όμορφη παλιά [Εκκλησία] (ο ναός / το προσκυνητήριο / η βασιλική).
  • The wedding was held in a beautiful old church.
  • Η 'Εκκλησία' είναι η πιο κοινή λέξη.