εκπομπή /ekpombí/ Noun
- English
- emission
- हिन्दी
- उत्सर्जन
Example
- Η **εκπομπή** διοξειδίου του άνθρακα είναι μείζον κλιματικό ζήτημα. [αποβολή / έκλυση / ρίψη] — της: The emission of carbon dioxide is a major climate concern.
- The emission of carbon dioxide is a major climate concern.
- Το 'διοξείδιο του άνθρακα' είναι η μαγνητική λέξη-κλειδί εδώ.