Επιτροπή /epitrɔˈmi/ Noun
- English
- committee
- हिन्दी
- समिति
Example
- Η οργανωτική [Επιτροπή] δούλεψε ακούραστα για να εξασφαλίσει την επιτυχία της εκδήλωσης.
- The organizing committee worked tirelessly to ensure the event's success.
- Η πιο συνηθισμένη και ουδέτερη επιλογή.