ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΩ /epiθevˈeono/ Verb
- English
- confirm
- हिन्दी
- पुष्टि करना
Example
- Η μελέτη επιβεβαιώνει (επαληθεύει/κυρώνει) ότι η άσκηση βελτιώνει την ψυχική υγεία.
- The study confirms that exercise improves mental health.
- Εδώ τονίζεται η επιστημονική ορθότητα.