Κορπορέισον (ως δάνειο) / Εταιρεία (ως θεσμός) /korpoˈreɪʃon/ Noun

English
corporation
हिन्दी
निगम

Example

  • Η Εταιρεία έχει την έδρα της στη Νέα Υόρκη.
  • The corporation is headquartered in New York.
  • Το 'Εταιρεία' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό. Η λέξη 'νομικό πρόσωπο' είναι πολύ ξηρή.