Ετυμηγορία /eti̱miniɣoˈri.a/ Noun

English
verdict
हिन्दी
फैसला

Example

  • Η ετυμηγορία: ένοχος. Αυτή η απόφαση (ετυμηγορία/γνώμη/κρίση) ήρθε μετά από μόλις δύο ώρες.
  • The jury returned a guilty verdict after only two hours.
  • Στα ελληνικά, η 'ετυμηγορία' είναι ο πιο άμεσος νομικός όρος.