Εκδηλώνω /ekðiˈlono/ Verb

English
manifest
हिन्दी
प्रकट करना

Example

  • Οι κοινωνικές εντάσεις [φανερώθηκαν] στην πρόσφατη πολιτική κρίση.
  • Social tensions were manifested in the recent political crisis.
  • Το 'φανερώνω' είναι η πιο άμεση και ευέλικτη επιλογή.