Φάρμακο /ˈfarmako/ NounEnglishmedicationहिन्दीऔषधिExampleΠαίρνεις αυτή τη στιγμή κάποιο [φάρμακο];Are you currently taking any medication?Το ρήμα «παίρνω» (λαμβάνω) είναι το πιο φυσικό για τη λήψη φαρμάκου.