Φυσική /fisiˈci/ NounEnglishphysicsहिन्दीभौतिकीExampleΘέλει να σπουδάσει **Φυσική** (Φυσική / Φυσική / Φυσική) στο Πανεπιστήμιο.She is pursuing a degree in physics.Αναφέρεται στο ακαδημαϊκό πεδίο.