Άρπαξε /ˈarpaʝo/ Ρήμα

English
seize
हिन्दी
ज़ब्त करना

Example

  • Προσπάθησε να **αρπάξει** το όπλο από το χέρι του.
  • She tried to seize the gun from him.
  • Η λέξη 'αρπάζω' δίνει έμφαση στην ταχύτητα και την απρόσμενη κίνηση.