ηχώ /iˈxo/ Noun

English
echo
हिन्दी
गूँज

Example

  • Η [ηχώ] στην εκκλησία ήταν συγκλονιστική.
  • The echo in the cathedral was breathtaking.
  • Εδώ η ηχώ είναι το φυσικό φαινόμενο.