αστείο /asˈteio/ NounEnglishjokeहिन्दीमज़ाकExampleΕίπε ένα πολύ καλό αστείο στο πάρτι.He told a great joke at the party.Η λέξη «αστείο» είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.