καλλιτεχνικός /kalyitɛxniˈkos/ Adjective

English
artistic
हिन्दी
कलात्मक

Example

  • Προέρχεται από μια πολύ [καλλιτεχνική / αισθητική / δημιουργική] οικογένεια.
  • She comes from a very artistic family.
  • Εδώ τονίζουμε την καταγωγή και την κλίση.