Καπέλο /kaˈpe.lo/ Noun
- English
- cap
- हिन्दी
- टोपी (भौतिक) / झूठ/सच (स्लैंग)
Example
- Έσκυψε το [καπέλο] (σκούφος / περικεφαλαία / κάλυμμα) χαμηλά στα μάτια του.
- He pulled his baseball cap low over his eyes.
- Το 'καπέλο' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή για το baseball cap.