καυχιέμαι /kafçiˈe̞me̞/ Verb
- English
- boast
- हिन्दी
- बड़ाई करना / डींग
Example
- Δεν θέλω να καυχιέμαι, αλλά τελείωσα το έργο πολύ νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα.
- I don't want to boast, but I finished the project ahead of schedule.
- Το «δεν θέλω να καυχιέμαι» είναι η κλασική εισαγωγή για να καυχηθείς.