κέντρο /ˈkɛndro/ Noun

English
centre
हिन्दी
केंद्र

Example

  • Πήγε στο κέντρο του κύκλου.
  • He walked to the centre of the circle.
  • Η λέξη 'κέντρο' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.